Andor 9: The Raid
Η πλήρης αντιστασιακή σάγκα του Κάσιαν Άντορ, ένα arc τη φορά. Σήμερα, η κορύφωση της σειράς με το τελευταίο στόρι, πριν οδηγηθούμε στα γεγονότα του Rogue One.
Previously on:
Σεζόν 1 — Κεφάλαιο 1 | Κεφάλαιο 2 | Κεφάλαιο 3 | Κεφάλαιο 4 | Κεφάλαιο 5
Σεζόν 2 — Κεφάλαιο 6 | Κεφάλαιο 7 | Κεφάλαιο 8
***
Σεζόν 2
Επεισόδιο 10: Make It Stop
Επεισόδιο 11: Who Else Knows?
Επεισόδιο 12: Jedha, Kyber, Erso
Σενάριο: Τομ Μπισέλ / Σκηνοθεσία: Αλόνσο Ρουισπαλάσιος
***
Ως φινάλε μιας ιστορίας εκ των πραγμάτων οριοθετημένης από μια άλλη ιστορία (Rogue One) που κι αυτή με τη σειρά της είναι οριοθετημένη από μια άλλη ιστορία, υπήρχε πάντα ένα άγχος και μια περιέργεια σχετικά με το πώς ο Γκίλροϊ θα κατάφερνε να πετύχει την προσγείωσή του.
Προσωπικά μιλώντας, μπορώ να απολαύσω ένα σύμπαν αλληλένδετων ιστοριών όταν είναι φτιαγμένο με αρκετή προσοχή (κάτι σαν το Seven Soldiers of Victory τ@ Γκραντ Μόρισον ας πούμε) ή και όταν είναι φτιαγμένο με τόσο εφήμερη διάθεση και τόση τυχαιότητα που καταλήγει ανούσιο (βλέπε, δεν ξέρω, τα X-Men – στο σινεμά και στα κόμικς) αλλά that said, όταν οι ιστορίες κατασκευάζονται ανεξάρτητα μου είναι αδιάφορο πώς θα κουμπώσουν μεταξύ τους. Δεν βλέπω το Andor για να κάτσω μετά να αναρωτιέμαι πώς δένει με το υπόλοιπο ‘σύμπαν’ (με νοιάζει περίπου 0%), το βλέπω επειδή θέλω να ακολουθήσω την φανταστική ιστορία που λέει ο Τόνι Γκίλροϊ με αυτή την εν τη γενέσει της επανάσταση.
Φτάνοντας λοιπόν σε αυτό το φινάλε, είχα αυτή την αγωνία/απορία. Πώς θα κορυφωθεί ικανοποιητικά αυτή η σειρά ως αυτόνομη οντότητα, χωρίς να μοιάζει απλώς να είναι εκεί για να δώσει πάσα / «εξηγήσει» κάτι ευρύτερο; Ειδικά όταν σε επίπεδο αισθητικό αλλά και χτισίματος κόσμου, το Andor εκτελούσε σταδιακά –και πολύ έξυπνα και αποτελεσματικά– μια μετάβαση προς το feel των πρώιμων Star Wars. Γιατί; Όχι σαν easter eggs, αλλά για να υπογραμμίσει το ότι ο κόσμος αυτός αλλάζει γύρω από τους κεντρικούς μας χαρακτήρες.
Και να η απάντηση, by the way: Οι χαρακτήρες.
Ως εγχείρημα, το Andor πέτυχε για πολλούς λόγους, από τη δομή και το storytelling μέχρι την πολιτική του αφοσίωση και τη χρήση genre tropes για να πει διαφορετικών υφών ιστορίες στην πορεία. Αλλά μέσα από όλα αυτά, η προσοχή του σε μισή ντουζίνα νέους, ολόδικούς του χαρακτήρες, ήταν που πούλησε τελικά το αποτέλεσμα.
Εδώ, ο Τόνι Γκίλροϊ (που είχε ετοιμάσει τους σκελετούς όλων των arcs πριν μοιραστούν σε επιμέρους σεναριογράφους) κι ο Τομ Μπισέλ (που γράφει τελικά τη συγκεκριμένη τριπλέτα επεισοδίων) όχι απλά βρίσκουν τρόπους να στηρίξουν την κορύφωση της σειράς στις μοίρες των συγκεκριμένων χαρακτήρων, αλλά και δημιουργούν ένα αγωνιώδες κρεσέντο τόσο σε επίπεδο δράσης όσο και προσήλωσης στόχου.
Το arc ανοίγει με τον παλιόφιλο Λόνι να ενημερώνει τον Λούθεν για τη μεγάλη του ανακάλυψη: Τα σχέδια για το Death Star και την αλήθεια που κρύβεται πίσω από την όλη επιχείρηση –και τελικά γενοκτονία– της Αυτοκρατορίας στον Γκόρμαν. Με το καλημέρα υπάρχει ένα τεράστιο διακύβευμα για το συγκεκριμένο story arc: Να διασωθεί και μεταβιβαστεί η πληροφορία, και σε δεύτερο επίπεδο να επιβιώσει η συγκεκριμένη αλυσίδα χαρακτήρων.
(Ο Γκίλροϊ εδώ κάνει retcon τον εαυτό του με τεράστιο, αλλά προσεκτικό και εν τέλει πολύ ουσιώδη τρόπο: Η πληροφορία για το Death Star τώρα δεν φτάνει στον Κάσιαν και την Αντίσταση μέσα από μια συνάντηση με έναν τυχαίο πληροφοριοδότη στην αρχή του Rogue One, αλλά αποτελεί κορύφωση προσπαθειών και θυσιών που γίνονται για χρόνια, δίνοντας έτσι τεράστια σημασία στο δίκτυο πληροφοριών και στην ίδια την ύπαρξη του Λούθεν.)
Ο Λούθεν παίρνει την πληροφορία και προφανώς αφήνει τον Λόνι νεκρό στο παγκάκι παρά τις υποσχέσεις να φροντίσει εκείνον και την οικογένειά του. Είναι τραγικό, αλλά τον καταλαβαίνουμε και είμαστε μαζί του, γιατί 100% ξέρουμε πως θα έκανε την ίδια ακριβώς θυσία υπέρ της Αντίστασης αν ήταν στη θέση του Λόνι. Στην πραγματικότητα, την κάνει αμέσως μετά από λίγο.
Σε μια από τις πιο ‘νιώσε πώς χτυπά η καρδιά μου’ σκηνές της σειράς, η Ντέντρα φτάνει στο κατάστημα αρχαιοτήτων του Λούθεν ξεκάθαρα γνωρίζοντας πλέον πως είναι –και πάντα ήταν– ο Άξις. Ο Λούθεν έχει προλάβει να μισοκάψει το σύστημα επικοινωνίας στο πίσω μέρος του μαγαζιού, ενώ μαχαιρώνεται πριν η Ντέντρα προλάβει να τον πάρει σηκωτό για να τον πάει για βασανιστήρια τύπου Μπιξ προκειμένου να βγάλουν από μέσα του ό,τι χρήσιμη πληροφορία υπάρχει.
Είναι πολύ ενδιαφέρον το character play, γιατί ξέρουμε αρκετά καλά τη Ντέντρα τόσο καιρό, και διαπιστώνουμε ότι η όλη της προσέγγιση εδώ δεν γίνεται με την πρακτικότητα και το efficiency που την χαρακτηρίζει. Αντ’αυτού, αφήνει μια στιγμή ικανοποίησης και εγωισμού να επικρατήσουν, μιας και ήθελε να αντικρύζει τη νέμεσή της τη στιγμή που θα καταλάβαινε πως είναι παγιδευμένος. Το αποτέλεσμα είναι να δώσει χρόνο στον Λούθεν να πληγωθεί σχεδόν θανάσιμα, κοστίζοντάς της τα πάντα. Good stuff.
Μου αρέσει το πώς το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου arc είναι δομημένο σαν δύο back-to-back δραματικές πράξεις παρόμοιας κατασκευής. Έχουμε στην ουσία δύο διαδοχικά raids με επίκεντρο την Κλέγια, όπου στο ένα εκείνη προσπαθεί να εισβάλει και στο άλλο να αποδράσει. Με τον Λούθεν στην ουσία εκτός κάδρου πλέον (ένα αντίο σε έναν θεαματικό χαρακτήρα και σε έναν ερμηνευτικά εκπληκτικό Στέλαν Σκάρσγκαρντ) βρήκα εντυπωσιακό και πολύ καλοδεχούμενο το ότι οι σεναριογράφοι της σειράς αναγνώρισαν τις δυνατότητες αυτού του breakout χαρακτήρα (και μιας εξαιρετικής στο ρόλο Ελίζαμπεθ Ντουλάου) και στην ουσία κρέμασαν πάνω της όλη την κλιμάκωση.
Αρχικά, η σόλο απόπειρά της να εισβάλει στο νοσοκομείο όπου βρίσκεται ο Λούθεν για να τον αποτελειώσει, μια αποστολή που έμοιαζε ξεκάθαρα αυτοκτονίας. Φανταστικό ως process σε κάθε του στάδιο, αυτό solo raid πραγματικά με καθήλωσε, ειδικά έτσι όπως έπαιζε πινγκ πονγκ ανάμεσα στα φλάσμπακς –που εξηγούσαν επιτέλους τη σχέση της με τον Λούθεν και το πώς έπαιξε ρόλο στην μετάβασή του σε undercover αντιστασιακό μέσα από μια άψογα σκιαγραφημένη σχέση πατέρα-κόρης όσο και αντιστασιακών μαχητών– και στα επιμέρους σχέδια της Κλέγια για κάθε εμπόδιο που έβρισκε μπροστά της.
Στην επόμενη πράξη, κι αφού έχει καταφέρει να ξεγλιστρήσει, είναι τώρα κλεισμένη στο safe house που έχουμε δει σε διάφορες μορφές να εμφανίζει διαμέσου όλης της σειράς. Τώρα μοιάζει σχεδόν αραχνιασμένο, ξεχασμένο – η Αντίσταση εξάλλου έχει πλέον αποκεντρωθεί. Η Κλέγια στέλνει σήμα που φτάνει στον Γουίλμον κι από εκεί στον Κάσιαν, ο οποίος πετά για Κόρουσαντ χωρίς να πάρει έγκριση από μια αντιστασιακή διοίκηση που βρίσκει την όλη ύπαρξη του Λούθεν κάτι σαν αστικό θρύλο, πλέον.
Εκεί, θα βοηθήσει την Κλέγια να αποδράσει αυτή τη φορά από ένα κτίριο στο οποίο η αυτοκρατορική δύναμη επιτίθεται. (MVP της όλης επιχείρησης ξεκάθαρα το K-2SΟ, που έξυπνα δεν γράφτηκε απλώς επειδή ξέραμε πως υπήρχε στο Rogue One, αλλά του δόθηκε κι ένα μικρό arc σύνδεσης με τον Άντορ.) Φοβόμουν πολύ για τη μοίρα της και δεν περίμενα πως θα επιβίωνε – αλλά το όλο ζήτημα αυτό ακριβώς ήταν, ότι κι εκείνη το ίδιο μάλλον δεν περίμενε.
Πρώτη της έγνοια είναι φυσικά να μεταφέρει την πληροφορία (που είναι κι ο τίτλος του επεισοδίου: Jedha, Kyber, Erso – τα βασικά δηλαδή) μέσα από μια πανικόβλητη επανάληψη λέξεων. Αφού αυτό γίνεται κι αφού η επιβίωση μοιάζει πλέον ως κάτι χειροπιαστό, μοιάζει κι η ίδια μπερδεμένη, και σε αδιέξοδο. Να επιβιώσει, που; Και ως τι; Σε έναν τόπο άλλο από τον μόνο που ξέρει τόσα χρόνια, σε ένα mode διαφορετικό από ό,τι γνωρίζει όλη της τη ζωή, και περιτριγυρισμένη από ανθρώπους που πιστεύουν πως οι πληροφορίες του Λούθεν ήταν παραμύθια;
Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα τελική τσάκιση – το φινάλε αυτό προσφέρει αρκετές τέτοιες ώστε να μη μοιάζει ποτέ ως απλό τελευταίο κομμάτι ενός συμπληρωμένου παζλ, αλλά ό,τι αφορά στην Κλέγια είναι μακράν το σημαντικότερο τέτοιο στοιχείο. Η τελική εικόνα της σειράς, με τη Μπιξ να κρατά το μωρό της –και του Κάσιαν, υποθέτω– στην αγκαλιά της, είναι άλλο ένα. Ο Γκίλροϊ κατάφερε να χτίσει ένα πρίκουελ που δεν μοιάζει περιχαρακωμένο ως τέτοιο, αλλά ως μια ιστορία που αναπνέει και μοιάζει πάντοτε expansive.
(Και πάνω σε αυτό, να σημειώσω πως: Βρήκα σπουδαία την άρνηση του Γκίλροϊ να φέρει πίσω ή έστω να υπονοήσει με οποιοδήποτε τρόπο τη μοίρα του χαρακτήρα του Άντι Σέρκις. Θα το ξαναπώ: Μέσα από τέτοιες μικρές λεπτομέρειες, κατάφερε να χτίσει έναν κόσμο που δεν μοιάζει ποτέ νεκρικά ολοκληρωμένος και λείος. Δεν χρειάζεται να ξέρουμε τα πάντα — ειδικά όταν δεν είναι κεντρικά ως προς το ευρύτερο στόρι που εν τέλει λέει η σειρά.)
Σε άλλα σημεία του κόσμου του Andor, ο Πάρταγκαζ αυτοκτονεί επειδή ξέρει ποια θα είναι η μοίρα του, η Βελ κάνει bonding με την Κλέγια και πίνουν στους χαμένους συντρόφους, η Μον Μόθμα –πάντα η πολιτικός της καρδιάς μας– πείθει το συμβούλιο στον Γιάβιν ΙV πως οι πληροφορίες του Λούθεν δεν είναι αποκυήματα φαντασίας αλλά ούτε και παγίδα οπότε αξίζουν να διερευνηθούν, και τελικά –και πιο τραγικά/ικανοποιητικά όλων– η Ντέντρα καταλήγει φυλακισμένη σε ένα γνώριμο χώρο, σαν τη φυλακή από την οποία κάποτε απέδρασε ο Κάσιαν.
Ακόμα κι όταν ήταν κρατούμενη από την ίδια την Αυτοκρατορία, η Ντέντρα έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει να βρεθεί ο Κάσιαν και να καταπατηθεί η Αντίσταση. Και ποιο ήταν το ευχαριστώ; Μια μοίρα –για την ίδια– χειρότερη από τον θάνατο. Γράφω σε όλα αυτά τα write-ups πως η βασική διαφορά της με τον Σύριλ ήταν πως αυτή πίστευε στον στόχο, ενώ εκείνος στις διαδικασίες (αγνοώντας την ηθική του στόχου). Εν τέλει το αποτέλεσμα του αφήνει και τους δύο προφανώς ενόχους, αλλά για τη Ντέντρα το ενδεχόμενο να πέθαινε κάνοντας αυτό που πιστεύει θα ήταν στο μυαλό της κάτι ηρωικό.
Αντ’αυτού, θα σαπίζει τώρα στην αιωνιότητα μέσα σε ένα κελί που εν μέρει μέσα από τις πράξεις της φτιάχτηκε, έχοντας αποτύχει, και χωρίς ποτέ κανείς να αναγνωρίσει τα όσα προσέφερε στον δικό της σκοπό. Ειρωνικά, η μοίρα του Λούθεν –τον οποίο αντιμετώπισε θριαμβευτικά, πρόσωπο με πρόσωπο– ήταν ακριβώς αυτό που θα προτιμούσε να έχει. Τώρα, θα αργοσβήνει ως ένα ξεχασμένο, ανώνυμο γρανάζι μιας φθίνουσας Αιώνιας Μηχανής.
Θα λέγαμε πως αυτό το φινάλε ήταν τελικά για τον Τόνι Γκίλροϊ ένα ύστατο «ας βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους». Είναι κι αυτό αναγκαίο.
Επιτέλους. 🫡