Andor 4: Της φυλακής τα πλαστικά είναι για τους λεβέντες
Η πλήρης αντιστασιακή σάγκα του Κάσιαν Άντορ, ένα arc τη φορά. Σήμερα, ο Άντι Σέρκις και το «never more than twelve».
Previously on: Κεφάλαιο 1 | Κεφάλαιο 2 | Κεφάλαιο 3
***
Σεζόν 1
Επεισόδιο 8: Narkina 5
Επεισόδιο 9: Nobody’s Listening!
Επεισόδιο 10: One Way Out
Σενάριο: Μπο Γουίλιμον / Σκηνοθεσία: Τόμπι Χέινς
***
Μάλλον το high point της 1ης σεζόν αν όχι της σειράς, σωστά; «Never more than twelve». Τόσο έντονη η γροθιά που υψώνεις στον αέρα όταν ο Άντι Σέρκις λέει αυτή τη φράση στο τέλος του μεσαίου μέρους της ιστορίας, που θες σπάσεις τοίχους να μη σε κρατάνε.
Το arc με τον Άντορ στη φυλακή είναι τόσο ξεχωριστό από οτιδήποτε άλλο, που με κάνει να εύχομαι ο Γκίλροϊ να είχε κρατήσει το αρχικό πλάνο των 5 σεζόν για τη σειρά, αν μη τι άλλο για να έχουμε περισσότερο χώρο για τέτοιες παρενθετικές περιπέτειες – που αναγκαστικά στη 2η σεζόν δεν μπορούν να υπάρξουν, τουλάχιστον σε τόσο έντονη απόσταση από το κεντρικό storyline.
(Είναι κατά τη διάρκεια αυτού του block γυρισμάτων που ο Γκίλροϊ αποφάσισε να συμπτύξει τα επόμενα 4 χρόνια αφήγησης σε μία μόνο επιπλέον σεζόν, και νιώθω πως ένας από τους παράγοντες που έπαιξαν ρόλο ήταν κι αυτό ακριβώς που κάνει αυτή την ιστορία τόσο ξεχωριστή.)
Η φυλακή στην οποία καταλήγει ο Άντορ είναι ήδη ένας εντυπωσιακός χώρος, αποπνικτικός καθαρότητας και πλαστικίλας. Μοιάζει με μη-χώρος στην πραγματικότητα, κι αυτό επειδή η σειρά είναι τόσο προσεγμένη σε επίπεδο σκηνογραφίας και ντεκόρ. Τα πάντα στο Andor μοιάζουν χρησιμοποιημένα και ζησμένα – τα droids είναι χτυπημένα και σκουριασμένα, τα πατώματα έχουν σκόνη, οι τοίχοι είναι χτυπημένοι, τα ρούχα μοιάζουν απείρως ξαναχρησιμοποιημένα, τα σκαλιά είναι βρώμικα, τα χορτάρια πατημένα.
Είναι ένα πραγματικά εντυπωσιακό επίπεδο προσοχής που έχει δοθεί στο να μοιάζει αληθινός ο κόσμος του Andor – να μοιάζει… πώς να το πω; Να μοιάζει κουρασμένος.
Τη στιγμή που ο Άντορ καταλήγει σε ένα τόσο κλινικό χώρο, νιώθουμε τη φυλακή μέχρι και στο βλέμμα μας. Δύο χρώματα, απόλυτη τάξη, περιορισμένο οπτικό πεδίο. Είναι μια πλαστική κόλαση που μοιάζει σαν προσβολή απέναντι στην ίδια τη ζωή που εκπροσωπεί η υπόλοιπη σειρά – και είναι και το είδος της πολύ σωστά τοποθετημένης αισθητικής αναφοράς, μιας και το όλο αυτό περιθβάλλον είναι ξεκάθαρα εμπνευσμένο από το THX 1138 του Τζορτζ Λούκας. Σταδιακά βλέπουμε τέτοιους χώρους να εισβάλουν στη σειρά καθώς ο Άντορ έρχεται πιο κοντά στην Αντίσταση – ή απλά ίσως επειδή η Αυτοκρατορία πιέζει περισσότερο τους μέχρι πρότινους απομακρυσμένους της χώρους, μετά την ληστεία του Αλντάνι.
Αν όμως τα πάντα εδώ – οι χώροι, η αισθητική, οι συμπεριφορές – είναι ξένα ως προς τον κόσμο που έχει μάθει να ζει ο Άντορ, είναι ίσως αυτό το ισχυρό σοκ που ξυπνά μέσα του κάθε ένστικτο αντίστασης και δίψας για ελευθερία. Εκτός δηλαδή από μια τρομερά διασκεδαστική, καθηλωτική, γεμάτη σασπένς ιστορία, αυτό το arc φυλακών είναι καταλυτικό στην διαδρομή του Άντορ και στην εκτίμησή του για πάσης φύσεως συλλογική δράση.
Η ιστορία είναι μια ευθύτατη ματιά στο πώς το σύστημα φυλακών απλώς υπάρχει για να δημιουργεί ένα μοντέρνο σύστημα κυριολεκτικής σκλαβιάς στο οποίο οι φυλακισμένοι είναι παραπεταμένοι και παρατημένοι μέχρι να τελειώσουν τις μέρες τους. «ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΚΟΥΕΙ», όπως φωνάζει ο Άντορ στον Κίνο Λόι.
Ο οποίος Κίνο Λόι είναι ένας απλά συναρπαστικός χαρακτήρας, που στα χέρια του Άντι Σέρκις μοιάζει γεμάτος backstory που ποτέ δεν ξεδιπλώνεται στην οθόνη, ενώ ακόμα κι η μοίρα του αφήνεται στον, εχμ, αέρα – για μια ακόμη φορά, το Andor δείχνει μια εντυπωσιακή αίσθηση αυτο-ελέγχου όσο αφορά το πόσο εξονυχιστικό νιώθει την ανάγκη να γίνει. Δεν χρειάζεται άπειρο exposition ούτε κανένα προφορικό δραματικό backstory θα έκανε τον χαρακτήρα του Σέρκις πιο δυνατό, από ό,τι τον κάνουν οι συνθήκες και η ερμηνεία του.
Νιώθεις στην ένταση του παρουσιαστικού του πως είναι ένας άντρας με μεγάλη υπακοή στις διαδικασίες (να κάτι που επανέρχεται ξανά και ξανά στη σειρά: η ικανότητα, ή η σημασία, ή η ανάγκη, να υπάρξει μια ηθική προσέγγιση σε διαδικασίες - που όπως και ένα μαχαίρι που έχεις στο συρτάρι, δεν έχουν ηθικό προσδιορισμό από μόνες τους, είναι η χρήση και το κόντεξτ που τον προσφέρει), και που πιθανώς έχει/είχε έντονη ηθική πυξίδα. Μοιάζει σπασμένος βιώνοντας ένα πρακτικό αδιέξοδο και δεν αφήνει τον εαυτό του να το παραδεχτεί.
Όταν επιβεβαιώνεται η φήμη για το λάθος του συστήματος και την επιστροφή φυλακισμένου (με αποτέλεσμα τον φόνο μιας ολόκληρης πτέρυγας φυλακισμένων) ο Κίνο Λόι σηματοδοτεί με το επικό «never more than twelve» ότι θα συμμετάσχει στην απόπειρα εξέγερσης του Άντορ. Μάλιστα, τον βλέπουμε να παίρνει και ηγετικό ρόλο σε αυτήν, κάτι που επιβεβαιώνει τις παραπάνω αναγνώσεις.
(Ή απλά, ο Άντι Σέρκις είναι τόσο καλός. Είναι ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή ηθοποιούς και το γεγονός ότι μπορεί να παραδίδει σαρωτικές ερμηνείες είτε παίζει live action είτε motion capture θα έπρεπε να τον είχε μετατρέψει σε ένα πολύ σεβαστό όνομα από ό,τι ήδη είναι.)
Όπως και στην ιστορία του heist, έτσι κι εδώ όλοι οι μηχανισμοί πλοκής προκειμένου να βρουν παραθυράκια στη λειτουργία του συστήματος οι φυλακισμένοι και να αποδράσουν, έχουν ως αποτέλεσμα ένα φανταστικό δίωρο, γραμμένο με ζωή και καθηλωτική θεατρικότητα από τον Μπο Γουίλιμον του House of Cards. Στο τρίτο μέρος της ιστορίας, η συλλογική δράση έχει ως αποτέλεσμα να δούμε την εξέγερση κυριολεκτικά να εξαπλώνεται στα διαζώματα της φυλακής, σε μια εύστοχη μικρογραφία του τι συμβαίνει και με κάθε άλλη πράξη αντίστασης όπως αυτή που ευρύτερα ακολουθεί το Andor. Ίσως γι’αυτό λειτουργεί τόσο καλά ως κεφάλαιο – είναι την ίδια τόσο ξεχωριστό αλλά και τόσο αντιπροσωπευτικό της όλης σειράς.
Παράλληλα, άλλα πρόσωπα της Αντίστασης αντιμετωπίζουν υπαρξιακά και ηθικά διλήμματα, καθώς η σειρά δε φοβάται να υπογραμμίσει την δεδομένη ανάγκη για φρικτές απώλειες, συμβιβασμούς και θυσίες.
Στο Φέριξ, η Μπιξ γίνεται αιχμάλωτη του αποσπάσματος της Μίρο που πλέον έχει κατσικωθεί στην περιοχή, κρατώντας πρακτικά όμηρο την Μάαρβα. Θα βασανιστεί, ενώ άλλοι συμπολίτες έχουν ακόμα χειρότερη μοίρα.
Στην Ουάσινγκτον, η Μον βρίσκει μέσω του Τέι Κόλμα λύση για το πρόβλημα ρευστού, αλλά θα έρθει στη μορφή συνεταιρισμού με έναν sketchy ψιλο-μαφιόζο ο οποίος επιπλέον βάζει ως όρο να γνωριστούν ο γιος του με την κόρη της Μον. Να μπουν δηλαδή σε τροχιά γάμου, σύμφωνα με τις παραδόσεις. Μια φρικτή προσωπική θυσία, αδιανόητη.
Ενώ ο φίλτατος Λόνι, που αποκαλύπτεται ως ο κατάσκοπος του Λούθεν μες στην αυτοκρατορική ιεραρχία, του παραδίδει καίριες πληροφορίες για το ρόλο της Ντίντρα Μίρο στις έρευνες για τον Axis καθώς και για μια παγίδα που έχει στήσει η Αυτοκρατορία σε μια αντιστασιακή φράξια – 50 άντρες πρόκειται να πεθάνουν καθώς η Αυτοκρατορία γνωρίζει για ένα σχέδιο επίθεσης.
Ο Λούθεν, σε μια από τις διασημότερες σκηνές ολόκληρης της σειράς, έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον Λόνι, σα να του λέει πως τώρα οι δυο μας είμαστε δεμένοι. Και όχι, δεν έχεις να πας πουθενά, δεν έχεις «out». Όταν ο Λόνι τον ρωτάει τι ρισκάρει εκείνος, ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ παραδίδει τον μεγάλο του μονόλογο για το πώς «αγωνίζεται για μια ανατολή που δεν θα δει ποτέ» του. Είναι μια τρομερά δυνατή σκηνή, παιγμένη με πληγωμένο θυμό από τον Σκάρσγκαρντ.
Ο Γκίλροϊ με το Andor είχε κατά πώς φαίνεται μια ριζοσπαστική ιδέα: Αν είναι να χρυσοπληρώσεις έναν φανταστικό ηθοποιό για να πάρει κάποιον ρόλο στην σειρά σου, δώστου ένα καθηλωτικό δραματικό arc και δώστου πράγματα να πει και να κάνει. Ο Λούθεν και ο Σκάρσγκαρντ είναι γενικά μεγάλες νίκες για το Andor, κι εδώ έχουν την κορυφαία τους κοινή στιγμή.
Σε μια ιστορία για χαρακτήρες κυριολεκτικά και μεταφορικά φυλακισμένους μέσα στα αναγκαία κελιά των ρόλων τους, ο Άντορ εκπροσωπεί την γεμάτη σασπένς δράση και το σταδιακό χτίσιμο μιας συνείδησης, η Μον Μόθμα είναι η αγωνία της προσωπικής ελευθερίας και κάθε διλήμματος που έρχεται ως συνεπακόλουθο. Αλλά ο Λούθεν τελικά είναι η καρδιά της όλης αφήγησης: Μια διαρκής σύγκρουση ιδεολογίας και ηθικής, με μια βεβαιότητα – μια ανάγκη! – πως όλοι οι κόποι και οι θυσίες θα παραμείνουν κρυφά, εκεί, στα σκοτάδια.